Κυριακή, Σεπτεμβρίου 10, 2006

Microsoft ή Ανοιχτό Λογισμικό: Tο δίλημμα που αποκάλυψε τους θιασώτες του κρατικού παρεμβατισμού

(δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Κέρδος, της 10.09.2006)

«Η Βουλή της Ισπανίας το Δεκέμβριο του 2005, καταψήφισε συντριπτικά με 290 ψήφους κατά έναντι μόλις 15 υπέρ, πρόταση για υποχρεωτική επιβολή ανοιχτού λογισμικού σε εφαρμογές ηλεκτρονικής διακυβέρνησης».

«Το δημοτικό συμβούλιο του Μπρίστολ, αποφάσισε τη μετάπτωση του δήμου από εμπορικές εφαρμογές γραφείου σε εφαρμογές ανοιχτού λογισμικού».

«Χώρες της Ευρώπης όπως οι Μεγ.Βρετανία, Γερμανία, Φινλανδία, Τσεχία, Ουγγαρία, Σλοβακία, Εσθονία, Ρουμανία, Κροατία υπογράφουν στρατηγικές συμφωνίες με τη Microsoft».

«Η Ολλανδία υλοποιεί πρωτοβουλία για την εκπαίδευση, βασισμένη σε ανοιχτό λογισμικό».


Ο κατάλογος με αυτές τις φαινομενικά αντικρουόμενες ειδήσεις, είναι ανεξάντλητος. Το λογισμικό που χαρακτηρίζεται ως «ανοικτό» αναπτύσσεται σε ημι-εθελοντική βάση από ομάδες χρηστών, έχει πολύ χαμηλό ή μηδενικό κόστος ανάπτυξης και διατίθεται ελεύθερα χωρίς περιορισμούς. Οι εμπορικές εφαρμογές από την άλλη, δημιουργούνται με εμπορικό σκεπτικό από τις εταιρείες λογισμικού.


Τα τελευταία έτη το «ανοιχτό λογισμικό» έχει φθάσει σε σημαντική ωριμότητα. Οι συνήθεις εφαρμογές του στέκονται επάξια απέναντι σε αντίστοιχες εμπορικές εφαρμογές, ιδιαίτερα σε διαδομένους τομείς όπως βάσεις δεδομένων, web servers, επεξεργαστές κειμένου κλπ. Από την άλλη πλευρά, οι εμπορικές εφαρμογές αν και ακριβότερες, παρουσιάζουν ήδη τεράστια εγκατεστημένη βάση εξοικειωμένων χρηστών, προτιμώνται από τις ίδιες τις εταιρείες πληροφορικής ως πλατφόρμες για περαιτέρω ανάπτυξη λογισμικού, είναι διαθέσιμες για εξειδικευμένες εφαρμογές και έχουν πιο συστηματικές διαδικασίες συντήρησης.

Σε αυτό το σημείο προκύπτει η πρώτη παρατήρηση: το δίλημμα «εμπορικό λογισμικό ή ανοιχτό λογισμικό» δεν έχει μονοσήμαντη απάντηση, αλλά εξαρτάται από τις εκάστοτε ανάγκες του εκάστοτε πελάτη ή οργανισμού. Αναλόγως των ζητουμένων, μπορεί να υπερτερεί μια εμπορική εφαρμογή ή κάποια εφαρμογή ανοιχτού λογισμικού. Και αυτό βεβαίως αφορά και στις ψηφιακές υπηρεσίες που αναπτύσσουν οι κυβερνήσεις για την εξυπηρέτηση πολιτών και επιχειρήσεων. Πρέπει ωστόσο να γίνει μια τεχνική επισήμανση: είναι τελείως διαφορετική η συζήτηση για «ανοιχτά πρότυπα διαλειτουργικότητας» που επιτρέπουν ακόμη και σε εμπορικές εφαρμογές να ανταλλάσσουν δεδομένα, από τη συζήτηση για «ανοιχτό λογισμικό».

Η παραπάνω παρατήρηση, συμπληρώνεται από μια δεύτερη, ίσως πιο σημαντική: Το κράτος, χωρίς την απαραίτητη τεχνογνωσία και προφανώς χωρίς την απαιτούμενη ταχύτητα, αποδεδειγμένα δεν μπορεί και δεν πρέπει να έχει σαν ρόλο του την επιλογή τεχνολογίας. Σταδιακά σε όλη την Ευρώπη, το κράτος εγκαταλείπει το λεπτομερή προσδιορισμό τεχνικών προδιαγραφών σε έργα πληροφορικής και –αντίθετα- προδιαγράφει το είδος και την ποιότητα της ηλεκτρονικής υπηρεσίας που επιθυμεί. Ακολουθεί δηλαδή την πολιτική της «τεχνολογικής ουδετερότητας». Οι εταιρείες πληροφορικής ανταγωνίζονται για την παροχή της υπηρεσίας με τα ζητούμενα χαρακτηριστικά κόστους, συντήρησης και ποιότητας, επιλέγοντας όμως από μόνες τους τις καταλληλότερες τεχνολογίες έχοντας την απαραίτητη τεχνογνωσία. Εκ των προτέρων αποφάσεις του κράτους υπέρ της τάδε ή της δείνα τεχνολογικής λύσης, όχι μόνο στρεβλώνουν τον υγιή ανταγωνισμό αλλά αποτελούν κλασικά παραδείγματα γραφειοκρατικού παρεμβατισμού που οδηγούν σε ακριβότερες ή λιγότερο αποτελεσματικές λύσεις.

Ο συνδυασμός των δύο παραμέτρων οδηγεί σχεδόν με ακρίβεια στο νέο ρόλο που πρέπει να αναλάβει το κράτος κατά την υλοποίηση οποιασδήποτε αποτελεσματικής πολιτικής για τις νέες τεχνολογίες: Σαφής προσδιορισμός των ζητούμενων ψηφιακών υπηρεσιών σε όρους ποιότητας και κόστους, πλήρης διαφάνεια στις διαγωνιστικές διαδικασίες και αυστηρή τεχνολογική ουδετερότητα για να εξασφαλισθεί ο υγιής ανταγωνισμός. Συμπληρωματικά, και με δεδομένες τις παραπάνω αρχές, το κράτος όπου μπορεί οφείλει να εξασκεί το δικαίωμά του για καλύτερους όρους προμηθειών ή πρόσθετα οφέλη, χωρίς όμως να στρεβλώνει τον ανταγωνισμό.

Σε αυτό το πλαίσιο αρχών, η Ελληνική Κυβέρνηση συνήψε στις αρχές του έτους στρατηγική μη-δεσμευτική συμφωνία πλαίσιο με τη Microsoft, όπως άλλωστε και πολλές άλλες Ευρωπαϊκές χώρες. Η στρατηγική συμφωνία που υπέγραψε ο αρμόδιος Υπουργός για θέματα Ψηφιακής Στρατηγικής κ. Αλογοσκούφης, χωρίς να δημιουργεί δεσμεύσεις και οικονομικές επιβαρύνσεις για το ελληνικό δημόσιο, έχει στόχο να μεγιστοποιήσει τα οφέλη από τις προμήθειες λογισμικού. Με μια κρίσιμη διευκρίνιση: οι προμήθειες λογισμικού θα συνεχίσουν να γίνονται με ανοιχτούς διεθνείς διαγωνισμούς όπως μέχρι σήμερα, στη βάση της τεχνολογικής ουδετερότητας. Για τις περιπτώσεις όμως που υπάρξουν από τους διαγωνισμούς προμήθειες λογισμικού της Microsoft, τότε αυτές θα αξιοποιηθούν ώστε να υπάρξουν μια σειρά από πρόσθετα σημαντικά οφέλη για τους Έλληνες πολίτες, τις μικρο-μεσαίες επιχειρήσεις και το ελληνικό δημόσιο. Η Ελληνική Κυβέρνηση έσπευσε να δηλώσει ότι παρόμοιες στρατηγικές συμφωνίες, θα επιδιωχθεί να συναφθούν και με άλλες εταιρείες.

Κατόπιν αυτών των πρωτοβουλιών, θα ήταν εύλογο η αξιωματική αντιπολίτευση, η οποιαδήποτε αντιπολίτευση, να ζητήσει επίσπευση παρόμοιων συμφωνιών και με άλλες εταιρείες για την ταχύτερη τεχνολογική ανάπτυξη της χώρας. Παρ’ όλα αυτά, ακολουθώντας την τακτική της άρνησης, η αξιωματική αντιπολίτευση προέβη σε μια αντίδραση εξόχως αποκαλυπτική. Όχι τόσο για το περιεχόμενό της, όσο γιατί είναι μάλλον δηλωτική της πολιτικής της φιλοσοφίας.

Ανάμεσα σε αιτιάσεις περί «απευθείας συμφωνίας προμήθειας λογισμικού» και την αποσιώπηση των ωφελειών για τους έλληνες πολίτες και τις επιχειρήσεις, που κατά πάσα πιθανότητα οφείλονται σε άγνοια, βουλευτές της αξιωματικής αντιπολίτευσης έσπευσαν να πάρουν απροκάλυπτα θέση υπέρ της καθιέρωσης του ανοιχτού λογισμικού στα έργα πληροφορικής του ελληνικού δημοσίου, μέμφοντας την κυβέρνηση γιατί δεν πράττει κάτι τέτοιο!

Με απλά λόγια, οι βουλευτές της αξιωματικής αντιπολίτευσης αποφάσισαν εκ των προτέρων, πως το ανοιχτό λογισμικό υπερτερεί σε κάθε περίπτωση έναντι οποιασδήποτε εμπορικής εφαρμογής. Αποφάσισαν εκ των προτέρων, πως οι εμπορικές εφαρμογές θα έπρεπε στο εξής να αποκλείονται από τους διαγωνισμούς μπροστά στη νέα τεχνολογική «φιλοσοφική λίθο» του ανοιχτού λογισμικού. Αποφάσισαν εκ των προτέρων πως η συσσωρευμένη εμπειρία του κλάδου πληροφορικής σε πλήθος εμπορικών εφαρμογών, πρέπει να διαγραφεί με μια γραφειοκρατική μονοκοντυλιά. Αποφάσισαν εκ των προτέρων πως η τεχνολογική ουδετερότητα και η ισότιμη αντιμετώπιση εφαρμογών και επιχειρήσεων δεν έχει σημασία.

Αντί να προχωρήσουμε ως χώρα ένα βήμα μπροστά, καθιερώνοντας τις λειτουργικές αντί για τις τεχνικές προδιαγραφές έργων πληροφορικής και να αφήσουμε να αναδειχθεί η εγνωσμένη αξία κάθε εφαρμογής, εμπορικής ή ανοιχτής κατά περίπτωση, η αντιπολίτευση ζητά να γίνουν δύο βήματα πίσω: προς εκείνες τις εποχές που ο κρατικός παρεμβατισμός ήθελε να ρυθμίζει τα πάντα, νομίζοντας πως γνωρίζει τα πάντα!

Το δίλημμα «Microsoft ή Ανοιχτό Λογισμικό» όπως ετέθη στο πλαίσιο της πολιτικής αντιπαράθεσης, δεν αφορά τελικά σε τεχνολογίες αλλά σε πολιτικές προσεγγίσεις. Και για το λόγο, αυτό έχει δύο αναγνώσεις: Η αισιόδοξη ανάγνωση αποδίδει την απροκάλυπτη υποστήριξη υπέρ του ανοιχτού λογισμικού στη διάθεση για αντιπολίτευση με κάθε τρόπο, ακόμη και με λάθη. Η απαισιόδοξη ανάγνωση ωστόσο αποκαλύπτει πως οι νοσταλγοί του μεγάλου κράτους και οι θιασώτες του κρατικού παρεμβατισμού παραμένουν δυστυχώς ακόμη προσκολλημένοι στις απόψεις μιας άλλης εποχής, ακόμη και στον τομέα της τεχνολογίας.

Η τεχνολογία όμως αφορά στο μέλλον, όχι στο παρελθόν.......Και για το λόγο αυτό, η χώρα δεν μπορεί παρά να ακολουθήσει τον ασφαλή και μακροπρόθεσμα αποδοτικότερο δρόμο της «τεχνολογικής ουδετερότητας» στις επιλογές της.

Δευτέρα, Ιουλίου 10, 2006

Πληροφορική στις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις: από τις πολιτικές επιδοτήσεων σε πολιτικές ουσίας

(δημοσιεύθηκε στο τεύχος 195 Ιουλίου-Σεπτεμβρίου 2006, του περιοδικού PLANT Management)

Είναι γεγονός ότι στη χώρα μας έννοιες όπως η ανταγωνιστικότητα, η υψηλή παραγωγικότητα, η προσέλκυση επενδυτικών κεφαλαίων και η επιχειρηματικότητα μόλις τα τελευταία λίγα χρόνια κατόρθωσαν να ξεφύγουν από το «απαγορευμένο» λεξιλόγιο. Για ποικίλους πολιτικούς κυρίως λόγους, το επιχειρείν ταυτίστηκε τεχνηέντως με αρνητικές έννοιες όπως η «πλουτοκρατία», η «εξαπάτηση», η «εκμετάλλευση».

Για τους ίδιους λόγους, στη διάρκεια των τελευταίων 25 ετών δεν επελέγησαν πολιτικές που ευνοούν την ανάπτυξη μεγάλων και εύρωστων επιχειρήσεων. Κόντρα στις διεθνείς πρακτικές, υιοθετήθηκαν πολιτικές αλλά και ένα θεσμικό πλαίσιο που οδήγησε στην ανάπτυξη πολύ μεγάλου πλήθους, πολύ μικρών και κατά τεκμήριο αδύναμων επιχειρήσεων.

Αντί να φυτρώσουν μεγάλα και δυνατά δέντρα, προτιμήσαμε να φυτρώσουν χιλιάδες αδύναμα φύλλα. Ως αποτέλεσμα, ποσοστό μεγαλύτερο του 85% του συνολικού αριθμού επιχειρήσεων στη χώρα μας χαρακτηρίζονται ως μικρές ή πολύ μικρές, βάσει των Ευρωπαϊκών ορισμών.

Αρκετά σύντομα ωστόσο, στα μέσα περίπου της δεκαετίας του ’90, διαπιστώθηκε η εγγενής αδυναμία αυτού του ιδιότυπου αναπτυξιακού προτύπου. Οι πολύ μικρές επιχειρήσεις δεν θα μπορούσαν να αντεπεξέλθουν στις οικονομίες κλίμακας, στην κεφαλαιακή επάρκεια, στην τεχνολογική πρωτοπορία και στη δυνατότητα καινοτομίας των μεγαλύτερων εγχώριων ή διεθνών επιχειρήσεων. Ως εκ τούτου, θα είχαν δύο επιλογές: ή να εκσυγχρονισθούν για να γίνουν παραγωγικότερες και μεγαλύτερες ή να κλείσουν.

Στην απέλπιδα προσπάθεια της ενίσχυσης της παραγωγικότητας του μεγάλου πλήθους μικρών ελληνικών επιχειρήσεων, εισήλθε την ίδια περίπου εποχή στα μέσα του ’90, μια νέα ιδέα πολιτικής: οι επιδοτήσεις μέσω κοινοτικών πόρων για την απόκτηση τεχνολογικού εξοπλισμού πληροφορικής από τις επιχειρήσεις....


Ο σχεδιασμός του κράτους αντιλήφθηκε το πρόβλημα παραγωγικότητας και τεχνολογικής υστέρησης των ελληνικών επιχειρήσεων στη βάση τριών συνδυασμένων αντιλήψεων: Η πρώτη αντίληψη αντιμετώπισε την τεχνολογία ως ένα ακριβό αγαθό για τις μικρές επιχειρήσεις. Αυτή η αντίληψη βεβαίως δεν απείχε πολύ από την πραγματικότητα εκείνης της εποχής. Για το σκοπό αυτό, τα προγράμματα που σχεδιάσθηκαν εστιάσθηκαν στην παροχή οικονομικών κυρίως επιδοτήσεων και κινήτρων.

Η δεύτερη και περισσότερο καταστροφική αντίληψη, αντιμετώπισε τις μικρές επιχειρήσεις ως πανομοιότυπες. Για το λόγο αυτό, σχεδιάσθηκαν μαζικά μέτρα που τοποθετούσαν όλους τους ενδιαφερόμενους σε ένα ενιαίο «καλάθι» απόκτησης εξοπλισμού.

Η τρίτη αντίληψη και μάλλον χαρακτηριστική του κάθε θιασώτη του κρατικού παρεμβατισμού, θεώρησε πως το κράτος μπορεί να γνωρίζει καλύτερα από κάθε μικρό επιχειρηματία, από κάθε φορέα που παράγει ή διαθέτει τεχνολογία και εν τέλει καλύτερα από την ίδια την αγορά πληροφορικής, τι χρειάζεται σε τεχνολογικό επίπεδο μια μικρή επιχείρηση. Και αυτή η αντίληψη, οδήγησε στην «επιβολή» προκατασκευασμένων προηγμένων «τεχνολογικών συνταγών» που βρίσκονταν όμως μακριά από τις πραγματικές ανάγκες των επιχειρήσεων.

Τα αποτελέσματα του παραπάνω συνδυασμού αντιλήψεων είναι ήδη ορατά. Οι επιδοτήσεις χρησιμοποιήθηκαν δυστυχώς από αρκετές επιχειρήσεις όχι ως μέσο εκσυγχρονισμού, αλλά ίσως σε συνδυασμό με υπερτιμολογήσεις ως μέσο ενίσχυσης των χρηματοροών τους. Η επιδότηση για την απόκτηση τεχνολογίας ξέφυγε από την αρχική της διάσταση και απέκτησε αμιγώς χαρακτήρα οικονομικού βοηθήματος.

Χιλιάδες συστήματα διαχείρισης επιχειρησιακών πόρων (ERP) που ο σχεδιασμός του κράτους αντιλήφθηκε ως προηγμένα και συμπεριέλαβε στη «συνταγή», προτάθηκαν προς εγκατάσταση από επιχειρήσεις που ούτε καν γνώριζαν τι σημαίνουν, που ούτε καν αντιλήφθηκαν με τι οργανωτικές αλλαγές πρέπει να συνδυαστούν για να φέρουν αποτέλεσμα. Η λήψη αποφάσεων από το κράτος για το κατάλληλο επίπεδο εξοπλισμού χωρίς τη συμβολή της αγοράς πληροφορικής, οδήγησε στην εγκατάσταση «θεόρατων» πληροφοριακών συστημάτων στην πλάτη μικρών επιχειρήσεων. Δεν έχει σημασία αν οι επιχειρήσεις επιζητούσαν απλά και πρακτικά να αυτοματοποιήσουν ένα μικρό λογιστήριο, τη διαχείριση των πελατών τους, ή να φτιάξουν μια μικρή ηλεκτρονική βιτρίνα. Έπρεπε να επιλέξουν από τη συνταγή που επέβαλλε ERP, ηλεκτρονική αγορά (e-marketplace) ή ότι άλλο μεγαλεπήβολο και συναφές κυκλοφορούσε ως τεχνολογία της μόδας.

Πρέπει να επισημανθεί βεβαίως, ότι υπήρξαν επιχειρήσεις που επωφελήθηκαν από αυτές τις ευκαιρίες. Αυτές όμως οι επιχειρήσεις είχαν ήδη σχέδιο για την αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών και είχαν ήδη μελετήσει με ποιο τρόπο εξυπηρετεί τα επιχειρηματικά τους συμφέροντα. Ευρισκόμενες χρονικά στο κατάλληλο σημείο, άδραξαν την ευκαιρία και πέτυχαν. Θα το πετύχαιναν όμως ούτως ή άλλως, έστω και με λίγο μεγαλύτερο κόστος.

Τι συνέβη όμως συνολικά;

Έως το 2005 μόλις το 10% των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων (1-10 εργαζόμενοι) διέθετε ιστοσελίδα σύμφωνα με στοιχεία του Παρατηρητηρίου για την Κοινωνία της Πληροφορίας. Μόλις ένα 12% μπόρεσε να πραγματοποιήσει ολοκληρωμένες συναλλαγές με το δημόσιο ηλεκτρονικά, έναντι ποσοστού 81% στις μεγαλύτερες επιχειρήσεις. Μόλις το 0,15% του κύκλου εργασιών των ελληνικών επιχειρήσεων προέρχεται από ηλεκτρονικές πωλήσεις, και μόλις το 1,3% των μικρών επιχειρήσεων έχει πραγματοποιήσει ηλεκτρονικές αγορές, παρά το ότι περισσότεροι από 500.000 Έλληνες ήδη πραγματοποιούν αγορές ή παραγγελίες μέσω Διαδικτύου (Internet).

Το ερώτημα παραμένει: Μπορούν οι μικρές επιχειρήσεις να γίνουν παραγωγικότερες αξιοποιώντας την τεχνολογία; Και με ποια πολιτική;

Η απάντηση είναι καταφατική. Μπορεί πράγματι να υπάρξει μια περισσότερο αποδοτική πολιτική για την αξιοποίηση της πληροφορικής στις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, η οποία ωστόσο απαιτεί μια διαφορετική προσέγγιση.

Είναι απαραίτητη η σταδιακή μετάβαση από τη λογική των επιδοτήσεων για την απόκτηση τεχνολογίας που ίσχυε έως πρόσφατα, στη δημιουργία νέου τύπου κινήτρων ώστε οι επιχειρήσεις να υιοθετήσουν την πληροφορική και τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες. Τα νέα αυτά κίνητρα οφείλουν να έχουν τη μορφή παρεμβάσεων μέσω της τεχνολογίας που θα διευκολύνουν τις ελληνικές επιχειρήσεις στην καθημερινή τους δραστηριότητα και άρα θα την καταστήσουν απαραίτητο σύμμαχο.

Για παράδειγμα, αποτελεί ισχυρό κίνητρο για μια μικρή επιχείρηση να υιοθετήσει την τεχνολογία και το ευρυζωνικό Διαδίκτυο προκειμένου να πραγματοποιεί τις συναλλαγές της ηλεκτρονικά εξοικονομώντας πολύτιμο χρόνο. Είναι ισχυρό κίνητρο για μια επιχείρηση να παρακολουθεί με ηλεκτρονικό τρόπο από τα τοπικά επιμελητήρια τις τάσεις που επικρατούν στον κλάδο της. Είναι ισχυρό κίνητρο η δυνατότητα ηλεκτρονικής ενημέρωσης για εναλλακτικές χρηματοδοτικές δυνατότητες μέσω των τραπεζών. Είναι ισχυρό κίνητρο η δυνατότητα εύκολης ηλεκτρονικής πώλησης προϊόντων οπουδήποτε στον κόσμο. Και βεβαίως τα συγκεκριμένα ενδεικτικά παραδείγματα αποτελούν πρακτικά οφέλη και πολύ ισχυρότερο κίνητρο για την απόκτηση τεχνολογίας από οποιαδήποτε πρόσκαιρη επιδότηση.

Στο ίδιο πλαίσιο και επιπρόσθετα των παραπάνω, οποιαδήποτε πολιτική για τις νέες τεχνολογίες οφείλει να ταχθεί στο στόχο της ενίσχυσης των επιχειρήσεων και της επιχειρηματικότητας με δύο διακριτούς αλλά συμπληρωματικούς τρόπους: Πρώτον, μέσω της ανάδειξης όλων των παραμέτρων που σχετίζονται με την επιχειρηματικότητα σε όλα τα στάδια της εκπαίδευσης και της μόρφωσης. Δεύτερον, μέσω της ενίσχυσης της δημιουργίας νέων επιχειρήσεων ιδιαίτερα στον τομέα της πληροφορικής και των επικοινωνιών, αξιοποιώντας σύγχρονες μορφές χρηματοδότησης (κεφάλαια επιχειρηματικού κινδύνου – venture capital κλπ.)

Και βεβαίως κάθε πολιτική για την περαιτέρω αξιοποίηση της πληροφορικής από τις μικρές επιχειρήσεις, πρέπει να βασισθεί σε μια νέα αντίληψη για το ρόλο των επιχειρήσεων: η κάθε επιχείρηση, μικρή ή μεγάλη, πρέπει να αντιμετωπισθεί ως ξεχωριστή με διαφορετικές ανάγκες και ως κύριο συστατικό στοιχείο για την οικονομική ανάπτυξη και την παραγωγή πλούτου για τη χώρα. Και η τεχνολογία πρέπει να τις προσφερθεί ως εργαλείο και ευκαιρία, και πάντως όχι ως επιβαλλόμενος αυτοσκοπός.

Η Ψηφιακή Στρατηγική 2006-2013 της χώρας ακολουθεί σε σημαντικό βαθμό αυτή τη νέα προσέγγιση, και προτείνει την αξιοποίηση της τεχνολογίας για τη βελτίωση της παραγωγικότητας των ελληνικών επιχειρήσεων, προτείνοντας:
α. δράσεις για την προώθηση της χρήσης των τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνιών στις επιχειρήσεις, παρόμοιες με αυτές που ήδη αναφέρθηκαν,
β. δράσεις για την αναδιοργάνωση του δημόσιου τομέα και την παροχή ψηφιακών υπηρεσιών εξυπηρέτησης του επιχειρηματικού ιστού της χώρας,
γ. δράσεις για την ενίσχυση της συμβολής του κλάδου νέων τεχνολογιών στο ΑΕΠ της χώρας, και
δ. δράσεις για την προώθηση της επιχειρηματικότητας σε τομείς που αξιοποιούν τις τεχνολογίες πληροφορικής και επικοινωνιών.

Είναι καιρός να διαπιστώσουμε ότι η διαρθρωτική αδυναμία του μεγάλου πλήθους μικρών επιχειρήσεων ακόμη και αν δεν μπορεί να αντιστραφεί, μπορεί να αμβλυνθεί.

Οι τεχνολογίες πληροφορικής και επικοινωνιών είναι σε θέση να μειώσουν τα γραφειοκρατικά εμπόδια και τις καθημερινές δυσκολίες των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων και μπορούν να τους προσφέρουν περισσότερες ευκαιρίες στην επιχειρηματική γνώση, στην πληροφόρηση και κυρίως έκθεση σε μεγαλύτερες διεθνείς αγορές που ξεπερνούν τα στενά όρια της γειτονιάς ή της πόλης. Με άλλα λόγια, οι τεχνολογίες πληροφορικής και επικοινωνιών μπορούν να διορθώσουν μέρος αυτής της διαρθρωτικής αδυναμίας της οικονομίας.

Για να αναδειχθεί ωστόσο η αξία των νέων τεχνολογιών είναι απαραίτητο να τις αντιμετωπίσουμε όχι μέσα από τα μυωπικά γυαλιά των επιδοτήσεων ή των μαζικών ομογενοποιημένων προγραμμάτων, αλλά μέσα από την επιχειρηματική οπτική που αναζητεί τα καθημερινά οφέλη από τη χρήση τους. Από αυτήν την πρακτική πλευρά της τεχνολογίας πρέπει να ξεκινήσουμε.... και σε αυτή την προσέγγιση, ας επικεντρωθούμε επιτέλους στην αξία της τεχνολογίας και όχι στο κόστος της.

Κυριακή, Ιουνίου 04, 2006

Προς την Ψηφιακή Σύγκλιση

(Συνέντευξη στο περιοδικό netweek με την ιδιότητά μου ως μέλος του ΔΣ του Παρατηρητηρίου για την Κοινωνία της Πληροφορίας, τεύχος 08.05.2006)

netweek: Ποιος είναι ο ρόλος του Παρατηρητηρίου για την Κοινωνία της Πληροφορίας;

ΓΛ: Ο ρόλος του Παρατηρητηρίου είναι σαφής. Μετράει την επίπτωση των τεχνολογιών στους Έλληνες πολίτες και στις Ελληνικές επιχειρήσεις και πραγματοποιεί προτάσεις για την καλύτερη αξιοποίησή τους. Δεν μετράει τα λογιστικά αποτελέσματα του Προγράμματος «Κοινωνία της Πληροφορίας», δεν μετράει απορροφήσεις πόρων. Μετράει όμως πόσο και ποιες δράσεις έχουν θετική επίπτωση και κυρίως τι λείπει από την Ελλάδα σε σχέση με τις τεχνολογίες. Με άλλα λόγια, το Παρατηρητήριο βλέπει τις τεχνολογίες πληροφορικής και επικοινωνιών από την οπτική του πολίτη και της επιχείρησης. Αυτό άλλωστε πρέπει να ενδιαφέρει τελικά.


nw: Ποιοι είναι οι δείκτες μέτρησης που χρησιμοποιεί το Παρατηρητήριο για την αποδοχή των ΤΠΕ;

ΓΛ: Οι νέες τεχνολογίες δεν είναι αυτοσκοπός. Είναι εργαλεία που βελτιώνουν την καθημερινότητα πολιτών και επιχειρήσεων. Για το λόγο αυτό δίνουμε πολύ μεγάλη σημασία στις τεχνολογίες, μετρώντας τα οφέλη τους όχι μόνο με τεχνολογικούς δείκτες, αλλά και με δείκτες «ανθρώπινους», καθημερινούς. Μας ενδιαφέρει προφανώς να μετρήσουμε πόσοι υπολογιστές υπάρχουν στα σχολεία, μας ενδιαφέρει όμως πολύ περισσότερο να μετρήσουμε πόσο αποδοτικότεροι γίνονται οι μαθητές αξιοποιώντας το Internet για να βοηθηθούν στις εργασίες τους. Μας ενδιαφέρει να δούμε πόσοι υπολογιστές υπάρχουν στις επιχειρήσεις στην Ελλάδα, αλλά μας ενδιαφέρει πολύ περισσότερο να προτείνουμε τρόπους για να πετύχουν οι επιχειρήσεις μεγαλύτερους κύκλους εργασιών αξιοποιώντας την τεχνολογία. Το Παρατηρητήριο παρουσιάζει κάθε έτος ένα ολοκληρωμένο σύστημα δεικτών σε αυτή την κατεύθυνση.


nw: Ποια είναι η αποδοχή και η υιοθέτηση των ΤΠΕ;

ΓΛ: Το πεδίο των τεχνολογιών είναι πολύ ευρύ. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για πολλούς δείκτες και για πολλούς τομείς. Αυτό που μπορούμε να πούμε σε γενικές γραμμές είναι ότι η μέχρι στιγμής αποδοχή των τεχνολογιών πληροφορικής από τους πολίτες είναι σχετικά χαμηλή. Ωστόσο, αυτό δείχνει να αλλάζει με ικανοποιητικούς ρυθμούς.

Από την πλευρά των επιχειρήσεων, ένα μεγάλο ποσοστό χρησιμοποιεί τακτικά το Διαδίκτυο και πραγματοποιεί συναλλαγές ηλεκτρονικά. Πάνω από 92% των επιχειρήσεων με περισσότερα από 10 άτομα προσωπικό συναλλάσσεται σήμερα ηλεκτρονικά με το δημόσιο. Στις μικρότερες επιχειρήσεις τα ποσοστά είναι δυστυχώς πιο χαμηλά.

Μόλις ένα 27% των επιχειρήσεων με λιγότερα από 10 άτομα προσωπικό, αξιοποιεί το Διαδίκτυο. Εκεί πρέπει να εστιάσουμε, για να μελετήσουμε καλά παραδείγματα άλλων χωρών και να ενισχύσουμε τη χρήση της τεχνολογίας, όχι ως αυτοσκοπό, αλλά επειδή θα έχει τελικά όφελος για την κάθε μικρή επιχείρηση.

nw: Σύμφωνα με την τελευταία μέτρηση του δείκτη NRI του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ η Ελλάδα έπεσε κάποιες θέσεις. Ποιες είναι οι προτάσεις του Παρατηρητηρίου για την προώθηση της ανταγωνιστικότητας της χώρας σε σχέση πάντα με τις ΤΠΕ;

ΓΛ: Η μέτρηση της Άνοιξης του 2005 μας βρίσκει στην 43η θέση, η αντίστοιχη του 2004 μας είχε βρει στην 42η, ενώ την άνοιξη του 2003 η χώρα κατείχε την 34η θέση. Προκύπτουν πολλά συμπεράσματα από την κατάταξη της χώρας. Κυρίως όμως μπορούμε να δούμε τι έκαναν και πέτυχαν άλλες χώρες που βελτίωσαν δραστικά τη θέση τους στην παγκόσμια κατάταξη.

Χώρες που βελτίωσαν τη θέση τους, όπως η Ιταλία και η Πορτογαλία, βελτίωσαν το θεσμικό πλαίσιο που αφορά στις τεχνολογίες της Πληροφορικής και ενίσχυσαν σημαντικά τον ανταγωνισμό στους τομείς αυτούς και ιδιαίτερα στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες. Άλλες χώρες, όπως η Φινλανδία, η Ισπανία και το Ισραήλ, ανέβηκαν στην κατάταξη μέσα από τη βελτίωση της ποιότητας του εκπαιδευτικού τους συστήματος μέσω ΤΠΕ, αλλά και λόγω της διαθεσιμότητας κεφαλαίων για την ανάπτυξη επιχειρηματικής δραστηριότητας.

Το πιο βασικό όμως συμπέρασμα που προκύπτει από τη μελέτη του NRI είναι ότι ιδιαιτέρως θετικά αποτελέσματα έχουν όσες χώρες αξιοποιούν τις τεχνολογίες δυναμικά, ως βασικό εργαλείο μεταρρυθμίσεων σε όλο το εύρος της οικονομίας και της κοινωνίας. Πετυχαίνουν καλύτερα αποτελέσματα όσες χώρες τοποθετούν τις νέες τεχνολογίες στο DNA της ανάπτυξής τους και δεν τις αντιμετωπίζουν αποσπασματικά. Οι προτάσεις του Παρατηρητηρίου βασίζονται στα παραπάνω συμπεράσματα.

Η χώρα καλείται να δώσει έμφαση στο θεσμικό πλαίσιο που αφορά στις τεχνολογίες, προκειμένου να ευνοήσει τον ανταγωνισμό, να βελτιώσει το εκπαιδευτικό σύστημα αξιοποιώντας τις ΤΠΕ, αλλά και να βελτιώσει τη διαθεσιμότητα κεφαλαίων για την ανάπτυξη της επιχειρηματικής δραστηριότητας, μειώνοντας τα εμπόδια στην επιχειρηματικότητα. Αυτές είναι γενικές όμως κατευθύνσεις. Έχουμε συγκεκριμένες προτάσεις που εξειδικεύουν τα παραπάνω. Όλα αυτά όμως πρέπει να γίνουν αντιμετωπίζοντας τις τεχνολογίες ως εργαλείο μεταρρύθμισης που θα συνοδεύει κάθε πολιτική της χώρας, και πάντως όχι αποσπασματικά.

nw: Πότε εκτιμάτε ότι θα μειωθεί το ψηφιακό χάσμα με τις χώρες της Ευρώπης;

ΓΛ: Υπάρχει μια νέα Ψηφιακή Στρατηγική που τοποθετεί την τεχνολογία πιο κοντά στους πολίτες και τις επιχειρήσεις, με ορόσημο το 2013. Έως τότε μπορούν να γίνουν σημαντικά βήματα προς την ψηφιακή σύγκλιση. Για να καλύψουμε όμως το χάσμα πρέπει άμεσα να αλλάξουμε πορεία, να αλλάξουμε νοοτροπία απέναντι στις νέες τεχνολογίες. Αν αλλάξουμε τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε την πληροφορική και την ευρυζωνικότητα, τότε μόνο θα πετύχουμε την ψηφιακή σύγκλιση.

Η σύγκλιση δεν ενδιαφέρει ως δείκτης ή ως αριθμός. Πίσω από καλύτερους δείκτες αξιοποίησης της τεχνολογίας, βρίσκονται πολίτες που εξυπηρετούνται καλύτερα, γρηγορότερα, και έχουν περισσότερες ευκαιρίες μέσω της τεχνολογίας. Και πίσω από τους δείκτες της ευρυζωνικότητας και του Internet βρίσκονται ελληνικές επιχειρήσεις που πωλούν περισσότερα προϊόντα και υπηρεσίες σε όλο τον κόσμο. Πρέπει σε κάθε αναπτυξιακή πολιτική, να σκεφθούμε την τεχνολογία σαν εργαλείο.

Δεν γνωρίζω αν τελικά θα πετύχουμε την ψηφιακή σύγκλιση σε 5, σε 8 ή σε 10 χρόνια. Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει. Πρέπει όμως επιτέλους να ξεκινήσουμε, ακολουθώντας αυτή τη φορά μια διαφορετική, περισσότερο αποτελεσματική προσέγγιση.